Olympus E-M5 Mk2: hands-on test και πρώτες εντυπώσεις

Olympus E-M5 Mk2: hands-on test και πρώτες εντυπώσεις

Πριν 3 χρόνια, η Olympus κατάφερε να ταράξει για τα καλά, και για πάντα, τα νερά στην αγορά των φωτογραφικών, παρουσιάζοντας την πρώτη E-M5. Αποτελεί κοινή παραδοχή πως η κάμερα εκείνη, έφερε τις mirrorless στο προσκήνιο, τόσο για τους σοβαρούς ερασιτέχνες όσο και για πολλές επαγγελματικές χρήσεις. Η E-M5 mk1 πρότεινε ένα συνδιασμό high-end χαρακτηριστικών, όπως το weather sealing, το υψηλό burst rate, τη δυνατότητα χρήσης grip και, βέβαια, την ποιότητα εικόνας που έπαιζε στα ίσα οποιαδήποτε APS-C DSLR της εποχής της (και ξεπερνούσε άνετα αρκετές). Σε συνάρτηση με την ολοένα αυξανόμενη ποικιλία φακών του συστήματος m4/3, η κάμερα κατάφερε σύντομα να γίνει ένα φωτογραφικό icon.

Επειδή η ανθρώπινη φύση ποτέ δεν μένει ικανοποιημένη, δεν είμασταν λίγοι αυτοί που, από τους πρώτους μήνες καθημερινής και σκληρής χρήσης, αρχίσαμε να έχουμε ακόμα περισσότερες απαιτήσεις. Όπως υψηλότερη ταχύτητα κλείστρου και flash sync, ακόμα πιο στιβαρή/επαγγελματική κατασκευή, μεγαλύτερο και καλύτερης ποιότητας EVF, μεγαλύτερο buffer, κλπ. Η απάντηση δόθηκε με την E-M1, και με το παραπάνω: για να δώσω δύο μόνο παραδείγματα, ο buffer (για συνεχή λειτουργία ριπής) και η κάλυψη του viewfinder δεν έχουν ανάλογο παρά στα κορυφαία, πολλών χιλιάδων ευρώ  μοντέλα DSLR.

Ωστόσο η Ε-Μ1 ποτέ δεν προοριζόταν σαν αντικαταστάτης της Ε-Μ5. Καιρός ήταν λοιπόν η κάμερα που τα ξεκίνησε όλα, να αποκτήσει μια νέα έκδοση. Η E-M5 Mk2 λοιπόν είναι γεγονός, και πλέον είναι και επίσημα διαθέσιμη στη χώρα μας.  

Η κάμερα που είχαμε για τεστ ήταν μια από τις πρώτες που παραδόθηκαν επίσημα σε καταστήματα στην Ελλάδα, και πιθανώς η πρώτη που ανοίχτηκε το κουτί της. Εδώ θα πρέπει να ευχαριστήσουμε δημόσια το κατάστημα φωτογραφικών του Μάρκου Σταυρινάκη που μας παρείχε τη δυνατότητα να δοκιμάσουμε την κάμερα και τους ανθρώπους του καταστήματος για την άψογη επαγγελματική συμπεριφορά. Υπάρχουν κάμερες διαθέσιμες στο κατάστημα, για όσους αναγνώστες θέλουν να δουν και να δοκιμάσουν, σε διάφορα kit configuration.

Όπως έχουμε πει, πάντοτε η λογική μας είναι τα hands on tests, από την σκοπιά του πραγματικού χρήστη, και όχι κάποιου που αρέσκεται να μελετάει charts και να κάνει pixel peeping στο 4:1. Για τους ίδιους λόγους δεν πρόκειται να αναφερθούμε και στα ξερά τεχνικά χαρακτηριστικά της μηχανής, τα οποία εξάλλου μπορείτε να βρείτε στα επίσημα sites και φυλλάδια της εταιρείας. Θα επικεντρωθούμε στις εντυπώσεις και τα αποτελέσματα που μπορεί να έχει ο τυπικός φωτογράφος από την κάμερα.

Όπως και για τις υπόλοιπες "οικογενειακές" φωτογραφίες, ο φωτογράφος οφείλει να απολογηθεί για τη στραβομάρα του να αφήσει... ανάποδα το καπάκι του φακού. :) Συγγνώμη για την αισθητικά ατασθαλία...

Ξεκινώντας από το handling, οποιοσδήποτε χρήστης της Mk1 θα διαπιστώσει αμέσως τις βελτιώσεις. Το grip, μπροστά και πίσω, είναι πολύ εργονομικά σχεδιασμένο, ώστε να απαιτεί ελάχιστη δύναμη για να την κρατήσει κάποιος, καθώς και για να χειριστεί τα δύο, κλασσικά πλέον, περιστροφικά χειριστήρια. Η ισορροπία στο χέρι ήταν πολύ καλή με μια πληθώρα φακών που τη δοκιμάσαμε (από μικρούς φακούς όπως ο 17mm f/1.8 έως βαρύτερους όπως ο 75mm f/1.8 και ο kit 14-150mm). Σίγουρα πάντως αν κάποιος θέλει να χρησιμοποιήσει τον 40-150mm f/2.8 ή κάποιον προσαρμοσμένο Four Thirds φακών, θα ήταν χρήσιμο το έξτρα grip.

Η οικογένεια: από αριστερά, E-M1, E-M5 mk2, E-M5 mk1

Το δεύτερο που κάνει εντύπωση είναι πως, η ήδη πολύ καλή ποιότητα κατασκευής και συναρμογής της mk1 είναι ακόμη πιο βελτιωμένη με τη mk2. Θα τολμούσα να πω ότι, σαν εντύπωση, δείχνει να είναι ακόμα πιο καλοκατασκευασμένη από την Ε-Μ1. Οι ανοχές στην συναρμολόγηση είναι ανύπαρκτες και κάποιες λεπτομέρειες, όπως το μεταλλικό κλιπ που κλειδώνει τη μπαταρία στη θέση της, συμβάλλουν στις καλές εντυπώσεις. Γενικά δίνεται μια σαφής αίσθηση στιβαρότητας, χωρίς το βάρος να ξεφεύγει. Μιας και ανάφερα την μπαταρία, είναι ακριβώς η ίδια με τις Ε-Μ5/Ε-Μ1, οπότε κανείς λόγος ανησυχίας για τους χρήστες αυτών των μηχανών.

Σε σύγκριση με την E-M1 η διαφορά στο μέγεθος από το πλάι, λόγω ύπαρξης grip στην πρώτη, είναι εμφανής

Η Olympus φαίνεται ότι άκουσε τις γνώμες των χρηστών, και πως πήρε hints από την Ε-Μ1 όταν σχεδίαζε την κάμερα. Εξωτερικά, η βασική βελτίωση στη χρηστικότητα, αφορά την παρουσία περισσότερων Fn buttons, όλα προγραμματιζόμενα βέβαια. Ιδιαίτερα ευπρόσδεκτο αυτό στο μπροστινό μέρος, πλάι στη μοντούρα του φακού (όπως στην Ε-Μ1), στο οποίο έσπευσα να αναθέσω τον έλεγχο των σημείων εστίασης.  Άλλα χαρακτηριστικά από την Ε-Μ1 είναι το flash sync port, το mode dial που κλειδώνει, αλλά και η θέση του on/off διακόπτη.

Οπτικά τώρα, μπορώ να πω ότι η Ε-Μ5 mk2 μ'αρέσει περισσότερο από όλες τις OMD, μόνο και μόνο επειδή μοιάζει περισσότερο με τις κλασσικές φιλμάτες ΟΜ τις οποίες λατρεύω. Αναγνωρίζω ότι αυτό είναι καθαρά υποκειμενικό, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται για όμορφη κάμερα, και πιθανώς θα είναι ακόμα πιο εντυπωσιακή σε ασημί.

Στη φωτογραφική χρήση, με μια ποικιλία φακών, η κάμερα είναι πραγματικά απολαυστική. Το EVF είναι το ίδιο με της Ε-Μ1 (αν και, έχω την εντύπωση, ελαφρώς βελτιωμένο, περισσότερα παρακάτω), το κλείστρο (αίσθηση και ήχος) είναι εξαιρετικό, και το AF το γνωστό, ταχύτατο, που έχουμε συνηθίσει. Για την ακρίβεια, την βάλαμε δίπλα στην "original" E-M5, και το AF είναι αισθητά ταχύτερο. Είναι παράξενο όταν σκέφτεται κάποιος πόσο έχουν εξελιχθεί αυτές οι κάμερες μέσα σε 3 μόλις χρόνια, και έχοντας ξεκινήσει ήδη από κάτι ιδιαίτερα ανταγωνιστικό και αποδοτικό.

Όπως είπαμε, η E-M5 mk2, εκμεταλεύεται αρκετή από την προίκα της Ε-Μ1 σε χαρακτηριστικά. Μεταξύ αυτών, το EVF, τα σημεία εστίασης (μόνο σε CF-AF όμως, καθώς δε διαθέτει on sensor PD-AF όπως η Ε-Μ1), η υψηλότερη ταχύτητα κλείστρου (1/8000) και πολλά άλλα. Δεδομένου όμως πως η φωτογραφική τεχνολογία εξελλίσσεται μερικές φορές πιο γρήγορα από τον κύκλο ζωής των μοντέλων, διαθέτει και μια σειρά από βελτιωμένα χαρακτηριστικά σε σχέση ακόμα και με τη ναυαρχίδα της Olympus.

Για παράδειγμα, το IBIS-5 είναι ακόμα πιο βελτιωμένο, κάτι που βέβαια θα καταλάβει κάποιος που έχει χρησιμοποιήσει επί μακρόν την Ε-Μ1. Στη χρήση, ταχύτητες π.χ. 1/2" και χαμηλότερα με τον 12mm f/2 ήταν πανεύκολο να επιτευχθούν: το ίδιο ισχύει πρακτικά και με την Ε-Μ1. Όμως η σταθεροποίηση δεν αφορά μόνο την ταχύτητα κλείστρου αλλά και τις συνθήκες και την επαναληψιμότητα, και εδώ η E-M5ii έχει ένα ελαφρύ, αλλά υπαρκτό προβάδισμα. Η ταχύτητα κλείστρου που προαναφέρθηκε, μπορεί να φτάσει το 1/16000 με τη χρήση ηλεκτρονικού κλείστρου, για το οποίο μάλιστα υπάρχουν και ειδικά modes σχετικά με την σταθεροποίηση. Με λίγα λόγια και απλά: η E-M5 mk2 διαθέτει το καλύτερο σύστημα σταθεροποίησης στον πλανήτη, ανεξαρτήτως κατασκευαστή ή μεθοδολογίας εφαρμογής.

Το βίντεο, επιτέλους, είναι πολύ βελτιωμένο στην Ε-Μ5ii. Δεν είχαμε την ευκαιρία, αλλά ούτε, εδώ που τα λέμε, και την εξειδίκευση να το δοκιμάσουμε. Σε καμμία περίπτωση η E-M5ii δεν μπορεί, βάσει χαρακτηριστικών, να συναγωνιστεί αναγνωρισμένες κάμερες στο χώρο του video, όπως η Panasonic GH-4, αλλά για πρώτη φορά οι δυνατότητές της είναι χρησιμότατες και για κάτι παραπάνω από ερασιτεχνική χρήση. Μεγάλο ατού εδώ το IBIS, το οποίο λειτουργεί με οποιονδήποτε φακό.

Η λήψη video, αλλά όχι μόνο, διευκολύνεται επίσης από την επαναφορά της σπαστής/περιστρεφόμενης οθόνης, που ήταν παρούσα στις DSLR της εταιρείας παλιότερα. Εκτός του προφανούς, της χρήσης από διάφορες γωνίες, αυτό παρέχει και έξτρα προστασία (κλείνοντας την οθόνη ανάποδα), όποτε δεν χρειάζεται.

Για να φτάσουμε όμως στο προκείμενο: ναι, η Ε-Μ5ii μπορεί ανά περίπτωση να παράγει και καλύτερη τελική ποιότητα εικόνας από την Ε-Μ1. Ο αισθητήρας είναι παρόμοιος (αν όχι μια βελτιωμένη έκδοση) αυτού της πρώτης Ε-Μ5, αλλά ο επεξεργαστής είναι αυτός της Ε-Μ1, και η διαφορά είναι πολύ εμφανής απέναντι στη mk1 ειδικότερα σε υψηλά ISO. Θα έλεγα ότι εκεί (ISO6400) η Ε-Μ5ii είναι τελείως οριακά καλύτερη από την Ε-Μ1. Να σημειώσω ότι σχεδόν όλα μας τα τεστ έγιναν με JPEG από την κάμερα. Ειδικότερα για δοκιμές υψηλού ISO δοκιμάσαμε και τον τελευταίο DNG converter της Adobe. Είναι προφανές από τις δοκιμές πως, όταν η Adobe προσφέρει πλήρη υποστήριξη της κάμερας (με το επόμενο ACR/LR) τα αποτελέσματα θα είναι βελτιωμένα σε σχέση με τα JPEG. Για όσους πάντως δεν ενδιαφέρονται για ενδοοικογενειακές συγκρίσεις: το αποτέλεσμα που μπορείτε να πάρετε σε ISO6400, σε δύσκολες εννοείται φωτιστικές συνθήκες (βλ. και δείγματα) είναι απολύτως αξιοποιήσιμο πρακτικά για οποιαδήποτε πιθανή χρήση. Αναφέρομαι σε χρήση ανεξαρτήτως συνθηκών (γιατί μπορεί, ανά περίπτωση και για οποιαδήποτε κάμερα, φωτογραφίες στα ISO12800 ή περισσότερο να είναι επίσης απόλυτα αποδεκτές).

Το ερώτημα που πλανάται λοιπόν είναι: μήπως το νέο παιδί-θαύμα της Olympus ήρθε για να εκθρονίσει την Ε-Μ1 από την κορυφή της ιεραρχίας; Σύντομη απάντηση: όχι. Λιγώτερο σύντομη απάντηση: εξαρτάται, και πιθανότατα για κάποιους χρήστες θα έπρεπε να την υποκαταστήσει στις ανάγκες του. Αφήστε με να εξηγήσω:

Όσοι χρησιμοποιούμε καθημερινά και σε επαγγελματικές συνθήκες την Ε-Μ1, ξέρουμε πως είναι σαν να έχουμε στα χέρια μας μια mini D4s ή 1Ds. Χαρακτηριστικά όπως ο τεράστιος buffer, τα "dedicated" buttons για άμεση αλλαγή ρυθμίσεων, και άλλες χρηστικές παράμετροι, δεν υποκαθίστανται. Σκεφτείτε ότι, για παράδειγμα, οι Nikon και Canon διαθέτουν κάμερες με εμφανέστατα καλύτερη ποιότητα εικόνας από τις κορυφαίες επαγγελματικές τους (π.χ.  Nikon D810 vs D4s). Προσπαθείστε τώρα να πείσετε έναν φωτορεπόρτερ να αλλάξει την D4 του με μια D810. Ελπίζω να γίνομαι κατανοητός.

Υπάρχουν λοιπόν πολλοί χρήστες με απαιτήσεις, οι οποίοι, από την οικογένεια Olympus, θα κατέληγαν στην Ε-Μ1: θεωρώ ότι για πολλούς η Ε-Μ5ii είναι καλύτερη επιλογή.

Για παράδειγμα: η E-M1, με τους διαθέσιμους στο σύστημα φακούς, είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη μια κορυφαία κάμερα για φωτορεπορτάζ. Όμως οι περισσότεροι δεν κάνουν φωτορεπορτάζ (δηλ. π.χ. όταν φωτογραφίζουν δεν έχουν την αγωνία αν θα τους πετύχει καμμιά αδέσποτη), οι περισσότεροι κάνουν ταξιδιωτική και τύπου documentary φωτογραφία. Οι περισσότεροι νέοι χρήστες της Olympus (και του m4/3 γενικότερα) δεν έχουν καν ακούσει επίσης για τους Four Thirds φακούς, και αδιαφορούν για την απόδοσή τους στην κάμερά τους. Οι περισσότεροι χρήστες επίσης υπερεκτιμούν τις ανάγκες τους σε continuous AF, και πιθανότατα δεν χρειάζονται τις (βελτιωμένες και με το τελευταίο firmware) επιδόσεις της Ε-Μ1 σ'αυτό τον τομέα.

Υπάρχει όμως ένας τομέας στον οποίο η E-M5ii είναι ασυναγώνιστη, όχι μόνο από την μεγάλη της αδελφή, αλλά και, σε δεδομένες συνθήκες, από οποιαδήποτε κάμερα της αγοράς πέρα από medium format των πολλών χιλιάδων ευρώ. Και είναι αυτό που όλοι περιμένουν να διαβάσουν: το περίφημο high resolution shooting mode.

Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να επεκταθούμε στο πως δουλεύει αυτή η λειτουργία. Θα αναφέρουμε απλώς πως, η κάμερα δημιουργεί εσωτερικά αρχεία μεγέθους 40Mp (σε JPEG, 64Mp σε RAW). Και όταν λέμε αρχεία ανάλυσης 40Mp, εννοούμε "πραγματικής" ανάλυσης, με πλήρη χρωματική πληροφορία: δεν πρόκειται για κάποιο τρικ oversizing, ούτε φωτογραφίες τύπου panorama.

Τα μαγικά γίνονται με χρήση της τεχνολογίας IBIS, η οποία λαμβάνει 8 διαφορετικά καρρέ, μετακινώντας κατά μισό pixel κάθε φορά τον αισθητήρα. Μ'αυτό τον τρόπο λαμβάνεται πλήρης πληροφορία χρώματος, σε αντίθεση με οποιονδήποτε Bayer αισθητήρα σε νορμάλ λειτουργία, όπου το χρώμα αποδίδεται με interpolation.

Η τεχνολογία σ'αυτή τη φάση είναι περιορισμένη στην χρήση σε τρίποδο, μιας και η κάμερα πρέπει να παραμείνει απόλυτα σταθερή κατά τη διάρκεια της λήψης. Μη δοκιμάσετε handheld, το κάναμε εμείς για εσάς και τα αποτελέσματα είναι τραγικά. Επίσης, προφανώς, το θέμα το ίδιο θα πρέπει να είναι τελείως ακίνητο, όπως σε μια λήψη μακράς έκθεσης.

Από την άλλη, όταν η λειτουργία χρησιμοποιηθεί όπως προτείνει η Olympus, τα αποτελέσματα είναι παραπάνω από εξαιρετικά. Για την ακρίβεια, πιθανότατα δεν έχετε την οικονομική άνεση να αγοράσετε καμμιά άλλη κάμερα που να τα πλησιάζει, και αυτό συμπεριλαμβάνει τις σημερινές διαθέσιμες 36+ Mp FF μηχανές.

Πιστεύω ότι φωτογράφοι που κάνουν still life και φωτογράφηση προϊόντων, αλλά και φωτογραφία εσωτερικών χώρων και αρχιτεκτονική, θα πρέπει να ρίξουν μια πολύ σοβαρή ματιά σ'αυτή τη δυνατότητα. Η χρήση για landscapes μπορεί να παρουσιάσει αδυναμίες, αν ο,τιδήποτε κινείται έστω και λίγο στο κάδρο, αλλά μπορεί να είναι χρήσιμη υπό συνθήκες. Δεν δοκιμάσαμε τη λειτουργία με χρήση φλας (για την οποία η Olympus παρέχει έξτρα ρυθμίσεις), που ίσως θα την έκανε κατάλληλη για στούντιο φωτογραφία. Θα επανέλθουμε σ'αυτό προσεχώς.  

Μια πρώτη απόπειρα με still life σε high resolution mode: φακός Olympus 45mm f/1.8, @f/5.6, ISO 200.
Το αρχείο σε πραγματική ανάλυση είναι διαθέσιμο για οποιονδήποτε το επιθυμεί. Σύντομα θα δοκιμαστούν και άλλα σενάρια σ'αυτό το mode.

Crop σε πραγματική ανάλυση (1:1) από την προηγούμενη φωτο. Είναι φανερή η λεπτομέρεια αλλά και η έλλειψη moire στα pattern.

Update: το link για κατέβασμα της εικόνας σε πλήρη ανάλυση, είναι το ακόλουθο:

 

Μαζί με την κάμερα μας παραδόθηκε και ο νέος "όλα σε ένα" zoom φακός της Olympus, o 14-150mm f/4-5.6 II ED MSC. Πρόκειται για τη δεύτερη έκδοση του συγκεκριμένου φακού, η οποία προσθέτει βελτιώσεις στα οπτικά, και, το σημαντικότερο, weather sealing.

Είναι κοινή η εντύπωση πως οι zoom φακοί με μεγάλο εστιακό εύρος, δεν φημίζονται για την οπτική τους ποιότητα. Πέρα από μετρήσεις και charts πάντως, ο συγκεκριμένος φακός ήταν μια ευχάριστη έκπληξη στη χρήση. Εστιάζει ταχύτατα κάτω από όλες τις συνθήκες είναι αθόρυβος και πολύ εύχρηστος σαν ένας γενικής χρήσης φακός. Το weather sealing τον καθιστά καλό ταίρι για τα ανάλογα σώματα της Olympus. Για καθημερινή χρήση καθώς και για εφαρμογές όπως ταξιδιωτική φωτογραφία, για πολλούς θα μπορούσε να είναι ο μοναδικός zoom φακός που θα χρειαστούν. Η τιμή του μεμονωμένα δεν είναι ευκαταφρόνητη, ωστόσο θα πρότεινα να μην τον απορρίψουν οι υποψήφιοι αγοραστές της E-M5mk2 στη λύση του κιτ.

Olympus 14-150mm f/4-5.6 II ED MSC (φωτογραφία: Κώστας Μπουκουβάλας)

Olympus 14-150mm f/4-5.6 II ED MSC (φωτογραφία: Κώστας Μπουκουβάλας)

Είναι φανερό νομίζω από όλα τα παραπάνω, πως η κάμερα μας άρεσε πολύ. Εννοείται ότι παράπονα πάντα θα υπάρχουν. Η λειτουργία high resolution θα πρέπει το συντομότερο, όπως έχει υποσχεθεί η εταιρεία, να επεκταθεί και σε λήψεις handheld. Πιθανότατα θα τη δούμε σε κάποια μελλοντική E-M1 mκ2, και εκεί θα είναι ένα πραγματικό gamechanger. Είναι επίσης ντροπή η Olympus να αφήνει άλλες εταιρείες να μονοπωλούν το χώρο του video, δεδομένου του φοβερού πλεονεκτήματος του IBIS. Κατά τα λοιπά, θα πρέπει επιτέλους να προσληφθεί κάποιος που θα φτιάξει ένα σοβαρό menu για τις κάμερες της Olympus: οι υφιστάμενοι χρήστες τα έχουμε συνηθίσει, αλλά ένας νέος χρήστης απελπίζεται πολύ γρήγορα και χρειάζεται να οπλιστεί με υπομονή. Ένα μειονέκτημα της κάμερας είναι επίσης η διάρκεια ζωής της μπαταρίας, αν κάποιος κάνει χρήση της οθόνης όλη την ώρα: είναι ελαφρά μειωμένη σε σχέση με την mk1.

Η παρούσα αναφορά θα συνεχιστεί και θα εμπλουτιστεί, με τις απόψεις και τις γνώμες του καλού φίλου και συνεργάτη Νίκου Βιτσιλάκη, χωρίς την συνδρομή του οποίου αυτή η εμπειρία δεν θα μπορούσε να προχωρήσει. Εννοείται ότι είμαστε στη διάθεση των αναγνωστών για οποιεσδήποτε διευκρινήσεις και απορίες. Ακολουθούν μερικά δείγματα από την κάμερα.

Olympus 75mm f/1.8, ISO 200

Olympus 75mm f/1.8, ISO 200

Olympus 12mm f/2, ISO 200 (φωτογραφία: Δέσποινα Ζαχαρίτσεφ)

Olympus 75mm f/1.8, ISO 200

Olympus 75mm f/1.8, ISO 6400


 

Olympus E-M5 mk2: ISO tests

Olympus E-M5 mk2: ISO tests

0